ρούχο

το
1. κάθε ύφασμα: Πάρε άλλο ένα μέτρο από το ίδιο ρούχο.
2. κάθε είδος ένδυμα: Έσκισε σ' ένα καρφί το ρούχο της.
3. στον πληθ., ρούχα το σύνολο της εξωτερικής αντρικής ενδυμασίας, φορεσιά, κουστούμι: Πήγε να προβάρει τα ρούχα που φτιάχνει.
4. (για γυναίκα), «Έχει τα ρούχα της», έχει την περίοδό της.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ρούχο — το / ῥοῡχον, ΝΜ ένδυμα, φόρεμα (α. «κι εις το ρούχο σου έσταζ αίμα, πλήθος αίμα ελληνικό», Σολωμ. β. «λαμπρὸν ἐφόρει ῥοῡχον, πολύτιμον καὶ θαυμαστόν», Διγ. Ακρ.) νεοελλ. 1. ύφασμα 2. φρ. α) «είναι στα ρούχα» ή «έπεσε στα ρούχα» είναι άρρωστος,… …   Dictionary of Greek

  • ρούχο — [рухо] ουσ. о. одежда, плане …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • φορώ — φόρεσα, φορέθηκα, φορεμένος 1. μτβ., ντύνομαι κάποιο ρούχο ή εξάρτημα φορεσιάς, είμαι ντυμένος με κάτι: Δε φορούσε γραβάτα. – Φόρεσε το παλιό κοστούμι. 2. βάζω πάνω μου κάτι, φοράω οτιδήποτε (κοσμήματα, είδη οπλισμού ή άλλα εξαρτήματα): Στις… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Греческий язык — Самоназвание: Ελληνικά [e̞ˌliniˈka] Страны: Греция …   Википедия

  • αποφόρι — το [*αποφορώ] ρούχο που δεν το φορά κανείς πια, παλιό, φθαρμένο 2. ρούχο που βγάλαμε για να πλυθεί, άπλυτο …   Dictionary of Greek

  • εσώρουχο — και μεσόρουχο και εσωφόρι, το το εσωτερικό ρούχο, το ασπρόρρουχο. [ΕΤΥΜΟΛ. < έσω + ρούχο. Η λ. στον πληθ. εσώρουχα μαρτυρείται από το 1888 στο Ημερολόγιον Κυριών] …   Dictionary of Greek

  • ιμάτιο — Το ένδυμα που φορούσαν οι αρχαίοι Έλληνες πάνω από τον χιτώνα. Το ι. ήταν ένα τετράγωνο ή ορθογώνιο κομμάτι υφάσματος, το οποίο χρησιμοποιούσαν όπως ήταν μετά την ύφανση, χωρίς να το ράψουν. Το φορούσαν συνήθως στους ώμους και κάλυπτε όλο το σώμα …   Dictionary of Greek

  • παλιόρουχο — το φθαρμένο, κουρελιασμένο ρούχο. [ΕΤΥΜΟΛ. < παλι(ο) (βλ. λ. παλαιο ) + ρούχο] …   Dictionary of Greek

  • ρουχαλάκι — το, Ν [ρούχο] 1. μικρό ρούχο, μικρό ένδυμα («τα ρουχαλάκια τού μωρού») 2. φτωχικό ή αγαπημένο ένδυμα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.